ἑκατοστῇ

ἑκατοστός
hundredth
fem dat sg (attic epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εκατοστή — η εκατοντάδα, εκατοσταριά (βλ. λλ.) (συνήθως με το μια ή καμιά): Τρεις εκατοστάδες αβγά. – Ήταν στην αίθουσα καμιά εκατοστή φοιτητές (περίπου εκατό) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑκατοστή — ἑκατοστός hundredth fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατοστῆι — ἑκατοστῇ , ἑκατοστός hundredth fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκατοστός — ή, ό (AM ἑκατοστός, ή, όν) αυτός που αντιστοιχεί κατά σειρά και κατά τάξη στον αριθμό εκατό, αυτός που βρίσκεται μετά τον ενενηκοστό ένατο και πριν τον εκατοστό πρώτο νεοελλ. 1. το ουδ. ως ουσ. το εκατοστό α) το εκατοστημόριο, κάθε ένα από τα… …   Dictionary of Greek

  • Житие Константина-Кирилла Философа — Житие Константина (Кирилла) Философа (Пространное) – памятник болгарской агиографии, широко распространенный в древнерусской книжности. Ж. содержит ценные сведения о жизни и деятельности Константина Философа, создателя славянской письменности,… …   Словарь книжников и книжности Древней Руси

  • εκατοντάδα — η (AM ἑκατοντάς) ο αριθμός εκατό, η ποσότητα εκατό ομοειδών όντων, η εκατοστή, το εκατοστάρι («εκατοντάδες ανθρώπων») …   Dictionary of Greek

  • ημιεκατοστή — ἡμιεκατοστή, ἡ (Μ) τόκος που ανέρχεται στο μισό τού κεφαλαίου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ημι * + εκατοστή] …   Dictionary of Greek

  • κατοστή — και εκατοστή, ἡ φρ. «καμιά (ε)κατοστή» περίπου εκατό. [ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένο θηλ. τού ἑκατοστός < εκατόν] …   Dictionary of Greek

  • Τολστόι — Επώνυμο Ρώσων συγγραφέων, καλλιτεχνών και κοινωνικών παραγόντων, που είχαν τον τίτλο του κόμη. 1. Αλεξέι Κονσταντίνοβιτς (Πετρούπολη 1817 – Κράνσι Ρογκ, Τσερνίγκοφ 1875). Ποιητής, πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας). Από αριστοκρατική οικογένεια …   Dictionary of Greek

  • εκατονταετηρίδα — η 1. περίοδος εκατό ετών, αιώνας. 2. η εκατοστή επέτειος από τη συμπλήρωση αξιόλογου γεγονότος και οι γιορτές που τελούνται σ αυτή: Γιορτάστηκε η εκατονταετηρίδα του ολοκαυτώματος του Αρκαδίου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.